- ἐποικονομία
- ἐπ-οικο-νομία, ἡ, das Hinzufügen u. richtig Verteilen; ἐποικοδομία, Vergrößerung in der Darstellung, exaggeratio
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εποικονομία — ἐποικονομία, ἡ (Α) διανομή κατ’ αναλογία … Dictionary of Greek